Γιατί ταξίδεψε ο Απόστολος Παύλος στην Αραβία;

Από το Βιβλίο, Δ. Αθανασίου – Σ. Δεσπότη   , Αραβικός Χριστιανισμός: Η άγνωστη ιστορία των χριστιανών της Μέσης Ανατολής (Ταυτότητα και Γεωπολιτική στη Μέση Ανατολή) Αθήνα: Ηρόδοτος 2026 (Υπό Έκδοση)

Στο πεδίο των βιβλικών σπουδών, το ερώτημα γιατί ο Παύλος ταξίδεψε στην Αραβία και τι ακριβώς έκανε εκεί έχει απασχολήσει έντονα τη σύγχρονη βιβλική έρευνα, χωρίς να έχει δοθεί μια πειστική απάντηση. Οι ερμηνείες που έχουν προταθεί διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους:

1. Μία από αυτές υποστηρίζει ότι ο απ. Παύλος μετέβη στην Αραβία για να αποσυρθεί σε πνευματικό διαλογισμό, σε μια εμπειρία ανάλογη με την μόνωση του Χριστού στην έρημο πριν την έναρξη της δημόσιας δράσης του. Σύμφωνα με αυτήν την άποψη, ο απόστολος των εθνών χρειαζόταν μια περίοδο προσωπικής απομόνωσης και αναστοχασμού, προτού αφιερωθεί στην εξακτίνωση – μετάγγιση του ευαγγελικού μηνύματος στα έθνη.[1] Συνεπώς η παραμονή του απ. Παύλου στην Αραβία υπήρξε μια κρίσιμη φάση προσωπικής δοκιμασίας και εσωτερικής πάλης απέναντι στο θείο κάλεσμα, μια μεταβατική περίοδος στην οποία σταδιακά διαμορφωνόταν η αποστολή που θα καθόριζε τη ζωή και τη δράση του.[2]

2. Μια διαφορετική προσέγγιση υποστηρίζει ότι το ταξίδι του Απ. Παύλου στην Αραβία δεν είχε χαρακτήρα απομόνωσης, αλλά απετέλεσε την πρώτη του ιεραποστολική απόπειρα, με σκοπό τη διάδοση του ευαγγελικού μηνύματος στους Ναβαταίους.[3]

3. Ο Παύλος ακολούθησε τα ίχνη του Ηλία και «ανέβηκε» στο όρος της θεοπτίας, το Χωρήβ. Παρακάτω παραθέτουμε δύο εκτεταμένα αποσπάσματα από δύο έγκριτους μελετητές του Παύλου, ώστε να καταγραφούν τα επιχειρήματά τους. Ακολουθεί η δική μας τοποθέτηση στο ερώτημα, το οποίο είναι κρίσιμο στο να αποσαφηνιστεί ποιος ήταν ο ρόλος της Αραβίας στην τελική διαμόρφωση του χριστιανικού Ευαγγελίου.

i. Άποψη (2): Eckhard J. Schnabel, Paul the Missionary: Realities, Strategies and Methods (= Παύλος ο Ιεραπόστολος: Πραγματικότητες, Στρατηγικές και Μέθοδοι). ΗΠΑ:  InterVarsity Press 2008, 58-65. Ο συγκεκριμένος στηρίζεται κατεξοχήν στο περισπούδαστο έργο των Martin Hengel και Anna Maria Schwemer, Paul Between Damascus and Antioch: The Unknown Years. London: SCM 1997:

Αν η μεταστροφή του Παύλου πραγματοποιήθηκε το 31/32 μ.Χ., το ιεραποστολικό του έργο στην Αραβία θα πρέπει να χρονολογηθεί στο 32/33 μ.Χ. Όταν ο Παύλος ήρθε στην Αραβία το 33 μ.Χ., οι εντάσεις μεταξύ των Ναβαταίων και των Εβραίων είχαν ενταθεί. Ο βασιλιάς Αρέτας ανέμενε την παρέμβαση των Ρωμαίων, καθώς υπήρχε η πιθανότητα το βασίλειό του να προσαρτηθεί στη ρωμαϊκή επαρχία της Συρίας. Η Ναβαταία δεν μπορούσε να φανεί αδύναμη. έπρεπε να αποφευχθεί οποιαδήποτε ένδειξη αναταραχής. Οι δραστηριότητες ενός Εβραίου ιεραποστόλου, ο οποίος ήθελε να κερδίσει τον πληθυσμό των Ναβαταίων για «ιουδαϊκές» (χριστιανικές) πεποιθήσεις, σίγουρα θα είχαν συναντήσει αντίσταση. Ο Παύλος κατάφερε να ξεφύγει από τις Ναβαταϊκές αρχές που ήθελαν να τον συλλάβουν στη Δαμασκό.

Ο Μάρτιν Χένγκελ υποστηρίζει ότι «η «αποστολή» του Παύλου στη Ναβαταία Αραβία παρεμποδίστηκε και ίσως μάλιστα έληξε λόγω πολιτικών εντάσεων μεταξύ του Αρέτα και του Αντίπα, του μόνου Εβραίου ηγεμόνα, που εξακολουθούσε να κυβερνά. Ως εκ τούτου ο απόστολος επέστρεψε στη Δαμασκό, όπου είχε αδελφούς στην πίστη τούς οποίους γνώριζε και που τον εμπιστεύονταν. Ο Παύλος προφανώς πέρασε αρκετούς μήνες στην Αραβία, πιθανώς στο βόρειο τμήμα του βασιλείου των Ναβαταίων, νότια της Δαμασκού, δηλαδή στην περιοχή του σύγχρονου κράτους της Ιορδανίας. Σε ποιες πόλεις μπορεί να κήρυξε το Ευαγγέλιο; Ο Χένγκελ υποθέτει ότι ο Παύλος επισκέφθηκε τις συναγωγές στις μεγαλύτερες πόλεις κατά τη διάρκεια της περίπου δύο ετών παραμονής του, κυρίως στην πρωτεύουσα Πέτρα. Σημαντικές πόλεις των Ναβαταίων ακριβώς νότια της Δαμασκού ,στις οποίες θα μπορούσε να έχει φτάσει ο Παύλος, περιλαμβάνουν τη Σαχμπά, την Κανάθα, τη Σουβέιντα (Σοάντα), τη Μπόστρα, τη Γέρασα και τη Φιλαδέλφεια. Η Πέλλα και η Σκυθόπολις επίσης έχουν προταθεί ως πιθανοί στόχοι του ιεραποστολικού έργου του Παύλου, αν και οι δύο πόλεις ανήκαν στην Ιουδαία εκείνη την εποχή.

Η Πέτρα, η πρωτεύουσα των Ναβαταίων, βρισκόταν νοτιότερα, ανάμεσα στο νότιο άκρο της Νεκράς Θάλασσας και τον κόλπο της Άκαμπα (περίπου 370 χλμ. νότια της Δαμασκού). Ο Ιώσηπος ταύτισε την Πέτρα με τη Ρεκέμ και με την Καντές, και αναφέρει την παράδοση ότι εδώ ανέβηκε ο Ααρών στο όρος Ωρ, όπου και θάφτηκε (σύμφωνα με τους Αριθμούς 20, 22, το όρος Ωρ βρισκόταν κοντά στην Καντές). Τέτοιες εβραϊκές παραδόσεις ίσως ώθησαν τον Παύλο να ταξιδέψει στην Πέτρα ώστε να κηρύξει το ευαγγέλιο εκεί. Ο Χένγκελ υποστηρίζει ότι ο Παύλος ταξίδεψε μέχρι την Άγρα (σημερινή Μάντα) στο Σαλίχ, στο νότιο άκρο της Αραβίας, κοντά στα νοτιοανατολικά σύνορα, επισημαίνοντας παραδόσεις που συνδέουν την Έγρα με το Όρος Σινά και με την Άγαρ, σκλάβα και παλλακίδα του Αβραάμ. Το κατά πόσον τέτοιες παραδόσεις θα μπορούσαν να έχουν επηρεάσει την ιεραποστολική στρατηγική του Παύλου παραμένει υποθετικό. Η απόσταση δεν αποτελούσε πρόβλημα: οι διαδρομές, που χρησιμοποιούσαν οι ντόπιοι και άλλοι διεθνείς ταξιδιώτες, χρησιμοποιούνταν και από τους ιεραποστόλους.

Από την άλλη πλευρά, αν ο Παύλος πέρασε μόνο λίγους μήνες στη Ναβαταία, καθίσταται λιγότερο πιθανό να διείσδυσε στις πόλεις νοτιότερα. Αυτές οι πόλεις είχαν πολλά από τα τυπικά στοιχεία της ταυτότητας μιας ελληνικής πόλης: Ωδείο (μέγαρο μουσικής), βουλευτήριο (μέγαρο «κοινοβουλίου»), νυμφαίο (κρήνη), βασιλικές, θέατρο, αμφιθέατρο, δημόσια λουτρά και ναούς. Το γεγονός ότι ο Παύλος κήρυξε ξανά στη Δαμασκό πριν ταξιδέψει στην Ιερουσαλήμ υποδηλώνει ότι η χριστιανική κοινότητα της Δαμασκού ήταν η βάση της ιεραποστολικής δραστηριότητας του Παύλου σε αυτήν την περιοχή. Ο Παύλος δεν αναφέρει  επιτυχία της διακονίας του στην Αραβία, ούτε καν γενικά. Η επιθετική αντίδραση των Ναβαταίων αξιωματούχων, που θέλουν να εξαλείψουν τον Παύλο, υποδηλώνει ότι οι άνθρωποι είχαν μεταστραφεί σε αξιοσημείωτο αριθμό, προκαλώντας αναταραχή σε διάφορες πόλεις, γεγονός που προκάλεσε την παρέμβαση του Ναβαταίου βασιλιά. Η τρίτη περίοδος της αποστολής του Παύλου: Ιερουσαλήμ[4]. Το ανωτέρω Κείμενο συνοδεύεται από τον εξαιρετικό χάρτη τής Αραβίας:

ii. Άποψη (3): N.T. Wright, Απόστολος Παύλος: Η Ζωή και το Έργο. (Μτφρ. – Σχόλια Σ. Δεσπότη σε συνεργασία με Ι. Γρηγοράκη). Αθήνα: Ουρανός 2019, 93-117: 

Ο όρος «Αραβία» τον 1ο αι. κάλυπτε μια εκτεταμένη επικράτεια. Θα μπορούσε να αναφέρεται στο βασίλειο των Ναβαταίων, που εκτεινόταν από ένα μικρό δρόμο ανατολικά της Συρίας –κοντά μάλιστα στη Δαμασκό – προς τα νότια μέσω αυτού που σήμερα είναι γνωστή ως Ιορδανία και, πέραν αυτής, στην χερσόνησο του Σινά. Μία, όμως, από τις μόνες άλλες αναφορές σε αυτήν στην Κ.Δ. και μάλιστα στην ίδια επιστολή, την Προς Γαλάτας– μας προσδιορίζει μια πολύ πιο συγκεκριμένη τοποθεσία: πρόκειται για το όρος Σινά, στην χερσόνησο νότια της Αγίας Γης και ανατολικά της Αιγύπτου. Πρόκειται για το σημείο όπου ο Θεός κατέβηκε μέσω του πυρός και παρέδωσε την Τορά στον Μωυσή. Πρόκειται για τον τόπο της Αποκάλυψης: τον τόπο του Νόμου, τον τόπο όπου με επίσημο τρόπο καθιερώθηκε η Διαθήκη μεταξύ Θεού και Ισραήλ. η οποία συνάφθηκε νωρίτερα με τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ. Το Σινά, το μεγάλο όρος στην Αραβία, ήταν υπό αυτή την έννοια, ο χώρος των απαρχών. Είναι ο χώρος, όπου οι επόμενες γενιές θα ανέτρεχαν ως το σημείο αφετηρίας μιας μακράς και περιπετειώδους σχέσης: ο μακροχρόνιος και πολυκύμαντος γάμος αυτού του παράδοξου, σωτήρα και απαιτητικού Θεού με τον ισχυρογνώμονα, σκληροτράχηλο λαό Του. Το Σινά ήταν ο τόπος όπου κατέφυγε ο Ηλίας όταν όλα πήγαιναν φοβερά στραβά. Το Σινά είναι εκεί όπου πορεύθηκε ο Σαύλος για τον ίδιο λόγο. Οι απόηχοι της ιστορίας του Ηλία είναι μικροί αλλά σημαντικοί. Μετά το ζηλωτικό θρίαμβο πάνω στους προφήτες του Βάαλ, ο Ηλίας έρχεται αντιμέτωπος με ένα μήνυμα από την βασίλισσα Ιεζάβελ, η οποία ήταν η ίδια ενθουσιώδης οπαδός της λατρείας του Βάαλ. Η βασιλική απειλή είναι διατυπωμένη ωμά: διακυβεύεται η ζωή του Ηλία. Ο ζήλος μεταβάλλεται σε πανικό. Τρέχει να φύγει, διανύοντας όλο το δρόμο μέχρι το όρος Χωρήβ (Γ’ Βασιλειών 19, 1-9). Το Χωρήβ είναι άλλο όνομα του Σινά ή το όνομα ενός κοντινού όρους από το οποίο οι Ισραηλίτες ξεκίνησαν για την Χαναάν.

Εκεί ο Ηλίας παραπονιέται προς τον Θεό: εκείνος ήταν «υπερβολικά ζηλωτής για τον Κύριο, τον Θεό των στρατευμάτων» (με άλλα λόγια σκότωσε τους προφήτες του Βάαλ), αλλά αυτό δεν άσκησε καμιά επιρροή. Ο λαός ακόμη επαναστατεί και αυτός έμεινε μόνος, ο τελευταίος πιστός. Επαναλαμβάνει το παράπονο για δεύτερη φορά, όταν -μετά από μια δυναμική αποκάλυψη ανέμου, σεισμού και πυρός- ακολούθησε φωνή σκέτης σιωπής. Πρόκειται για μια σύγχρονη απόδοση στην Αγγλική μετάφραση του Βασιλέως Ιακώβου της «λεπτής αύρας» (Γ’ Βασιλειών 19, 10-15 – «ως μια απαλή φωνούλα»).

Ήδη αυτοί που έχουν αφτιά για να ακούν μπορούν να συλλάβουν τι απηχεί ο Παύλος στην Προς Γαλάτας: αυτός ήταν «υπερβολικά ζηλωτής για τις πατρογονικές παραδόσεις». Αυτός ο ζήλος τον οδήγησε σε βία προκειμένου να εξαλείψει την αίρεση. Τότε, όμως, σχεδόν φευγαλέα, ο Παύλος αναφέρει ότι «βρέθηκε στην Αραβία και μετά επέστρεψε στη Δαμασκό». Αυτή ακριβώς η εντολή δόθηκε στον Ηλία («Πήγαινε, επίστρεψε στην έρημο της Δαμασκού»), εκεί όπου έπρεπε να χρίσει νέους βασιλείς για τη Συρία και τον Ισραήλ και έναν νέο προφήτη, τον Ελισσαίο, για να πάρει τη θέση του (Γ’ Βασιλειών 19, 15). Αυτοί θα πράξουν αυτό που πρέπει να γίνει. Και, επιπλέον, ο Θεός δηλώνει στον ευρισκόμενο σε σύγχυση προφήτη: Θα αφήσω 7.000 ανθρώπους στον Ισραήλ που θα μείνουν πιστοί (19, 18). Ο Παύλος αναφέρει το κείμενο σε μια άλλη επιστολή, παρομοιάζοντας τον εαυτό του με τον Ηλία ως το εστιακό σημείο του υπολείμματος (Ρωμ. 11, 3-4).

Σε τι αναφέρεται, λοιπόν, όλο αυτό; Γιατί ο Σαούλ πήγε στην Αραβία; Ο παραλληλισμός του Παύλου με τον Ηλία – τα λεκτικά απηχήματα είναι τόσο και η αναφορά στον ζήλο τόσο ακριβή, ώστε ο Παύλος πρέπει σκόπιμα να τα χρησιμοποίησε- δηλώνει ότι αυτός, όπως ο Ηλίας, πραγματοποίησε προσκύνημα (ιεραποδημία) στο Σινά προκειμένου να επιστρέψει στο μέρος όπου συνάφθηκε η Διαθήκη. Ήθελε να πάει και να παρουσιάσει τον εαυτό του ενώπιον τού ενός Θεού, να εξηγήσει ότι είχε υπερβάλλοντα ζήλο. Το όραμά του, ολόκληρη η κοσμοθεωρία του, ανατράπηκαν άρδην. Και εκεί έλαβε τις εντολές Του: Πήγαινε πίσω για να αναγγείλεις τον νέο βασιλιά!

Η εικόνα των Πράξεων αποδεικνύεται ότι είναι υπεραπλουστευμένη. (Οι εκτενέστερες ιστορίες που γράφτηκαν ποτέ αποσιωπούν πολλά περισσότερα από όσα εντάσσουν στο περιεχόμενο, και ο Λουκάς θέλει το βιβλίο του να χωράει σε ένα μόνον ειλητάριο). Στο Πρ. 9, 28-29 ο Παύλος εξαγγέλλει τον Ιησού στη συναγωγή της Δαμασκού μέχρι που μια μηχανορραφία εναντίον της ζωής του, τον εξαναγκάζει να εγκαταλείψει την πόλη και να επιστρέψει στην Ιερουσαλήμ. Κάπου εκεί σε αυτή την αφήγηση πρέπει να συνέβη το προσκύνημα στην έρημο, με τον Παύλο κατόπιν να επιστρέφει στη Δαμασκό. Αλλά αυτό το σημείο είναι πολύ πιο σημαντικό για ένα βιογράφο, σημαντικότερο από το να ξεκαθαρίζει μια πιθανή σύγκρουση μεταξύ των δύο πηγών (εννοείται των Πράξεων και των Επιστολών του Παύλου). Από το ταξίδι στην Αραβία ανακαλύπτουμε κάτι αναφορικά με την αυτοσυνειδησία του Παύλου. Αυτό (το ταξίδι) σε εκείνο το σημείο ίσως συμπεριλαμβάνει μια καλοδεχούμενη νότα αμφιβολίας περί του εαυτού του στο μέσον τού ζήλου του – του ζήλου του διώκτη και μετά του ζήλου του κήρυκα. Είτε με τα πόδια, είτε πάνω σε όνο, κάποιος δεν πηγαίνει τόσο μακριά, περνώντας τόσες πολλές μέρες στην έρημο, απλώς και μόνον για να ανακαλύψει ένα ήσυχο μέρος να προσευχηθεί.

Ο Σαύλος ήθελε να γίνει σαφές ότι το σοκαριστικό νέο πράγμα, που του είχε αποκαλυφθεί, ήταν όντως η εκπλήρωση, ο στόχος των αρχαίων προθέσεων του ενός Θεού, που προκαλούν έκπληξη αλλά εν τέλει ικανοποιούν απόλυτα. Πρόκειται για τις προθέσεις, που αποτυπώθηκαν ιδιαίτερα στο Νόμο που παραδόθηκε στον Μωυσή πάνω στο όρος Σινά. Εκείνος επιθυμούσε να παραμείνει πιστός. Ο Σαύλος άρχιζε να συμβιβάζεται με την εξής πιθανότητα: αν οι θεϊκές προθέσεις εκπληρώθηκαν στο πρόσωπο του Ιησού, αυτό ακριβώς σήμαινε ότι έχει εγκαινιασθεί μια ολοκληρωτικά νέα φάση στο θεϊκό σχέδιο, που μέχρι στιγμής μόλις και μετά βίας μπορούσε κάποιος να εικάσει. Πρόκειται για μια φάση στην οποία η ίδια η Τορά έπρεπε να γίνει αντικείμενο θεώρησης κάτω από καινούργιο φως. Και ο Σαύλος, όπως ο Ηλίας, έλαβε την εντολή να επιστρέψει και να συνεχίσει το έργο. Ο Ηλίας έπρεπε να χρίσει δύο νέους βασιλείς καθώς και έναν προφήτη. Ο Σαύλος έπρεπε να επιστρέψει για να συνεχίσει με την προφητική αποστολή και να αναγγείλει ότι ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ ήταν ο αληθινά χρισμένος βασιλιάς, ο Μεσσίας, ο νόμιμος κυρίαρχος του κόσμου.

Έτσι ο Σαύλος επέστρεψε στη Δαμασκό. Ήταν απολύτως βέβαιος για την κατανόηση του εαυτού του ως εκείνου του προφήτη, που εκπληρώνει τον αρχαίο ρόλο της εξαγγελίας της αλήθειας του Θεού και του κεχρισμένου από Εκείνον βασιλέα προς τον Ισραήλ και τα έθνη. Εάν ο Παύλος συνήθως δεν εξετάζεται με αυτόν τον τρόπο, αυτό ίσως συμβαίνει επειδή δεν προσέχουμε ικανοποιητικά τους υπαινιγμούς των Γραφών, που εκείνος χρησιμοποιεί σε πολλά εδάφια των γραπτών του και ειδικότερα στο συγκεκριμένο κείμενο που μελετούμε (την Προς Γαλάτας). Όταν ομιλεί για τον Θεό, που τον ξεχώρισε από τη μήτρα της μητέρας του, σκοπίμως απηχεί την κλήση του Ιερεμία (Προς Γαλάτας 1,15· Ιερεμίας 1,5).

Όταν αναφέρει για τον Θεό, ο οποίος αποκάλυψε σε αυτόν τον Υιό Του, χρησιμοποιεί τη γλώσσα των Ιουδαίων μυστικιστών και οραματιστών αναφορικά με τη φανέρωση ή την αποκάλυψη ως συστατικού στοιχείου της θεϊκής εξουσιοδότησης. Όταν αναφέρει ότι η Εκκλησία των Ιεροσολύμων αργότερα δόξασε τον Θεό ένεκα εκείνου, απηχεί τον Ησαΐα και ένα από τα πιο αγαπημένα κείμενά του όλων των εποχών διεκδικώντας για τον εαυτό του τον ρόλο του (πάσχοντος) δούλου. Συνεχίζει να απηχεί εκείνο το κεφάλαιο (εννοείται το κεφ. 49 του Ησαΐα) στο Γαλ. 2, όταν ομιλεί αναφορικά με την αμφιβολία εάν «έτρεχε ή τρέχει μάταια» (2,2· απηχεί το Ησαΐας 49). Με άλλα λόγια ο Παύλος στα κεφ. 1 και 2 της Προς Γαλάτας δεν καθιστά σαφές μόνον ότι το Ευαγγέλιο του δόθηκε άμεσα και όχι από δεύτερο χέρι, μέσω των ηγετών των Ιεροσολύμων. Ξεκαθαρίζει ότι η κλήση και η εξουσιοδότηση τον τοποθέτησαν στην αρχαία προφητική παράδοση είτε του Ησαΐα και του Ιερεμία είτε του ίδιου του Ηλία. Οι αντίπαλοί του προσπαθούν να τον παρακάμψουν στην Ιερουσαλήμ. Αυτός, όμως, παρακάμπτει τους πάντες, επικαλούμενος ως αυθεντία του τον ίδιο τον Ιησού και τις Γραφές, που δεν προεικονίζουν μόνον το Ευαγγέλιο αλλά και την προφητική διακονία την οποία ο Παύλος τώρα παρέλαβε.

Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο μετέβη τότε στην Αραβία: να παραδώσει την προηγούμενη εξουσιοδότησή του και να αποκτήσει μια καινούργια. Η πιστότητά του στον ένα και μοναδικό Θεό του Ισραήλ ήταν τόσο σταθερή όσο ήταν πάντα. Επειδή πολλοί Χριστιανοί, όπως και πολλοί Ιουδαίοι, έχουν υποθέσει κάτι διαφορετικό (προτείνοντας για παράδειγμα ότι ο Παύλος ο απόστολος ήταν ένας προδότης για τον ιουδαϊκό κόσμο ή ότι ποτέ δεν είχε κατανοήσει αυτόν ως προτεραιότητα), το συγκεκριμένο σημείο είναι άξιο ανάλυσης προτού ακόμη προσεγγίσουμε το βασικό έργο της ζωής του Παύλου.

Καθώς προσπαθούμε να επεξεργαστούμε τι ακριβώς συνέβη μετά, οι πηγές μας παρουσιάζουν μια συγκεχυμένη αναμπουμπούλα επεισοδίων, που καταλήγουν με τη σύντομη επίσκεψη του Σαύλου στα Ιεροσόλυμα πριν επιστρέψει στην πατρίδα του την Ταρσό. Ο χρόνος που πέρασε ο Σαύλος στη Δαμασκό, περιλαμβανομένου και του ταξιδιού στην Αραβία και της επιστροφής του από εκεί, πιθανόν διήρκεσε τρία χρόνια. Πρόκειται για κατά πάσα πιθανότητα για την περίοδο το 33-36 μ.Χ. (ερωτήματα σχετικά με την χρονολόγηση πάντα γίνονται πολύπλοκα αλλά είναι σαφείς οι βασικοί άξονες). Έτσι, αν και η ανησυχία και ο θυμός που προκλήθηκαν κατά την αρχική διακήρυξή του για τον Ιησού (στη συναγωγή της Δαμασκού) ήταν μάλλον αλήθεια, πρέπει να πέρασε λίγο διάστημα προτού αυτό μετατραπεί σε βία (εναντίον του). Μόνον όταν οι απειλές οξύνθηκαν, με την ζωή του να κινδυνεύει όχι μόνον από τον ντόπιο Ιουδαϊκό πληθυσμό αλλά και από τον τοπικό αξιωματούχο, ο Παύλος επιχείρησε την περίφημη δραπέτευση, αποφεύγοντας τους φύλακες στις πύλες της πόλεως, καθώς τον κατέβασαν από το τείχος με καλάθι.

iii. Κατά την άποψή μας ο Απ. Παύλος επισκέφθηκε το 33 μ.Χ. την Αραβία για λίγο χρονικό διάστημα και μετά έμεινε στη Δαμασκό για τρία έτη, τα οποία δεν είναι υποχρεωτικά 1000 «και μία»  ημέρες, αλλά ίσως πιο βραχύ διάστημα. Παρομοίως και οι τρεις ημέρες τής καθόδου του Χριστού στον Άδη δεν ήταν τρία εικοσιτετράωρα, αλλά λιγότερες ώρες. Ο ίδιος αναφέρει στις Εκκλησίες των Γαλατών, οι οποίες επίσης (σε αντίθεση προς τις Εκκλησίες στις οποίες απευθύνει επιστολές ο Παύλος) δεν εντοπίζονται σε παραθαλάσσια αλλά σε ορεινά εδάφη και μάλιστα με έντονο το συναίσθημα της δικαιοσύνης[5], όπως η πετραία Αραβία: Ὅτε δὲ εὐδόκησεν [ὁ Θεὸς] ὁ ἀφορίσας με ἐκ κοιλίας μητρός μου καὶ καλέσας διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ ἀποκαλύψαι τὸν Υἱὸν αὐτοῦ ἐν ἐμοί, ἵνα εὐαγγελίζωμαι αὐτὸν ἐν τοῖς ἔθνεσιν, εὐθέως οὐ προσανεθέμην σαρκὶ καὶ αἵματι οὐδὲ ἀνῆλθον εἰς Ἱεροσόλυμα πρὸς τοὺς πρὸ ἐμοῦ ἀποστόλους, ἀλλὰ ἀπῆλθον εἰς Ἀραβίαν καὶ πάλιν ὑπέστρεψα εἰς Δαμασκόν.Ἔπειτα μετὰ ἔτη τρία ἀνῆλθον εἰς Ἱεροσόλυμα ἱστορῆσαι Κηφᾶν καὶ ἐπέμεινα πρὸς αὐτὸν ἡμέρας δεκαπέντε (Γαλ. 1, 15-18).

Καταρχήν η δημοφιλής θέση (3) ότι ο απόστολος των εθνών κατέφυγε, όπως ο Ηλίας στο όρος της θεοφάνειας Σινά, νομίζουμε ότι δεν ισχύει, όχι μόνον διότι απέχει πάνω από 40 ημέρες πορεία από την Δαμασκό, ώστε ο Παύλος και πάλι σχετικά άμεσα, όπως εξάγεται από το κείμενο, να επιστρέψει σε αυτή. Τα επιχειρήματά μας είναι τα εξής:

  • Εάν στο «θεοβάδιστο όρος» Σινά «ανέβηκε» για να δοκιμάσει εμπειρία αντίστοιχη του Ηλία αλλά και Μωυσέως, δεν θα υποβίβαζε, στην ίδια την Προς Γαλάτας, αυτόν τον χώρο (το Σινά) σε σύμβολο τής Άγαρ και των «Ιουδαίων» σε αντίθεση προς τη Σιών και την επουράνια Ιερουσαλήμ, την μητέρα μας[6]. Σημειωτέον ότι για να φθάσει βόρεια στην Δαμασκό ως διώκτης είχε πιθανότατα περάσει από τα υψίπεδα Γκολάν και το Όρος της Μεταμορφώσεως (την Πανεάδα), όπου οι Συνοπτικοί περιγράφουν την γνωστή θεοφάνεια, η οποία στις Επιστολές του Παύλου δεν μνημονεύεται. Σημειωτέον ότι και Ευαγγέλια το όρος της Αποκάλυψης ούτε ταυτίζεται με το Θαβώρ ούτε με το Ερμών (όπου πιθανότατα πραγματοποιήθηκε) αλλά παραμένει «γεωγραφικά» απροσδιόριστο (σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει με τις άλλες δύο μονοθεϊστικές θρησκείες –«παιδιά του Αβραάμ», ώστε να μην υποκαταστήσει τον Κύριο Ιησού Χριστό ως τον κατεξοχήν «Τόπο Θεοφάνειας) και γίνει «αντικείμενο» ιεραποδημίας. Γι’ αυτό θεωρούμε και ότι παρέμειναν απροσδιόριστοι οι Τόποι, όπου τοποθετήθηκαν τα σκηνώματα της Θεοτόκου – Μητρός του Κυρίου και του Αγαπημένου Μαθητή.
  • Στο Πρ. 22, 17-21, ο Παύλος ομολογεί ενώπιον των Ιουδαίων στον Ναό και μάλιστα στην εβραϊκή διάλεκτο ότι ο Κύριος Ιησούς σε όραμα στον περίβολο του συγκεκριμένου Ιερού στο όρος Σιών τον διέταξε: «Πορεύου, διότι ΕΓΩ σε εξαποστέλλω σε έθνη μακράν» (στ. 22). Άρα εκεί εντοπίζει μια «δεύτερη Δαμασκό» κι όχι στο Σινά. Εάν είχε όντως μια τέτοια εμπειρία, όπως ο Ηλίας κι ο Μωυσής, θα την προσκόμιζε ως ισχυρό τεκμήριο σε εκείνους που ήθελαν να τον λυντσάρουν. Επιπλέον, από το σημείο αυτό (της εμπειρίας στην Ιερουσαλήμ) και μετά ο Απόστολος των Εθνών εντοπίζει την αποστολή του και το Κήρυγμα στα Έθνη, τα οποία όντως στο Κατά Ματθαίον συμβολίζονται με τους μάγους εξ Ανατολών.
  • Ο ίδιος ο Παύλος ως «παιδί τής Ταρσού» μονίμως απέφευγε το κήρυγμα σε μη αστικά περιβάλλοντα, προτιμούσε πάντα να συνοδεύεται από δύο ή τρεις αδελφούς «μάρτυρες» των γεγονότων και της αξιοπιστίαςαυτών και δεν αποδεικνύεται από κάποια άλλη πηγή ότι αισθανόταν «άνετα» στο να κηρύττει σε ανθρώπους τής Ερήμου, που έχουν εντελώς άλλες προσλαμβάνουσες από τους Έλληνες. Βεβαίως και η Πέτρα, όπως και άλλες πόλεις τής Αραβίας, έχουν «ελληνικά» αρχιτεκτονικά στοιχεία (όπως Ωδείο, Βουλευτήριο) αλλά ο βασικός τους πληθυσμός ήταν ο προαναφερθείς. Άλλωστε ο Παύλος ουδέποτε επικαλείται ως συνεργάτη του κάποιον Ναβαταίο ή γενικότερα Άραβα και ουδέποτε αποδεικνύεται ότι απέστειλε κάποιο Κείμενο, ενδιαφερόμενος για το παρόν και το μέλλον των μεταστραφέντων. Ας σημειώσουμε ότι και στη δεκαετία της «ησυχίας» του Παύλου στην Ταρσό, ο απόστολος των εθνών ένεκα της εκαπίδευσής του στο επάγγελμα του σκηνοποιού και την εξάρτηση αυτού (του επαγγέλματος) από την κτηνοτροφία και τα δέρματα , προφανώς και ερχόταν σε επαφή συνεχώς με «ανθρώπους τής ερήμου».
  • Εάν είχε κηρύξει στη Ναβαταία και είχε προκαλέσει πρόβλημα – ρήξη , δεν θα επέστρεφε στην Δαμασκό, όπου επίσης κυβερνούσε ηγεμόνας του Αρέτα.
  • Είναι σαφές από την ρητορική ανάλυση της Προς Γαλάτας ότι ο απόστολος των εθνών μνημονεύει την Αραβία, ως χώρο επίσκεψης και όχι ως τόπο ατομικής θεοφάνειας (η οποία συνδέεται με το συμβολικό διάστημα των 40 ημερών) ή πεδίο ευαγγελισμού. Θέλει να αποσαφηνίσει στους Γαλάτες (που ήταν εξοικειωμένοι με τα όρη και την κτηνοτροφία) ότι το διάστημα τής απουσίας του από την Δαμασκό δεν επισκέφθηκε την Σιών για να λάβει «την εξουσιοδότηση» των «δοκούντων στύλων» της Εκκλησίας. Προφανώς αυτό διότι προσωπικά χρειαζόταν ένα μέρος «ησυχασμού» και ανασυγκρότησης, όπως κάθε άνθρωπος μετά από συνΚλονιστικές εμπειρίες. Επέστρεψε στη Δαμασκό, όπου η παρουσία του προκάλεσε «εμφύλια διαμάχη» στους κόλπους της ιουδαϊκής Κοινότητας στην πόλη. Αυτό προκάλεσε την παρέμβαση του «επάρχου» του Αρέτα, καθώς όντως η εποχή ήταν εξαιρετικά κρίσιμη για εκείνον και την «βασιλεία» του σε μια περιοχή στρατηγική και ταυτόχρονα εμπορικό κόμβο, όπου οι Ιουδαίοι θα διαδραμάτιζαν κορυφαίο ρόλο.
  • Συνεπώς το πιθανότερο είναι ότι αποσύρθηκε στην Αραβία, δηλ. προς Ανατολάς, καθώς χρειαζόταν την «ησυχία» ώστε μετά την καταιγιστική εμπειρία της Χριστοφάνειας, της τύφλωσης και της φώτισης με το βάπτισμα, να προσευχηθεί και να οργανώσει τη σκέψη και τα συναισθήματά του. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο “άγγελος των εθνών” Παύλος δεν ήταν ένας «υπολογιστής με πόδια», αλλά διέθετε και μία πολύ γόνιμη (αλλά για πολλά χρόνια υποτιμημένη στους Ευαγγελιστές «μισσιοναρίους») «ησυχαστική» διάθεση. Αυτό αποδεικνύουν (α) οι παροτρύνσεις ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε, ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε· τοῦτο γὰρ θέλημα θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ εἰς ὑμᾶς τὸ πνεῦμα μὴ σβέννυτε (και μάλιστα στο αρχαιότερο Κείμενό του και ολόκληρης της Καινής Διαθήκης [Α’ Θεσ. 5:17-19]), (β) οι τεχνικές προσευχητικού διαλογισμού στις βιβλικές περικοπές, τις οποίες διδάχθηκε στις ραβινικές σχολές και μάλλον εξάσκησε στο Ιεζ. 1 κατά την τριήμερη πορεία του από τα Ιεροσόλυμα προς τη Δαμασκό, πιθανόν πάνω σε όνο και όχι άλογο και (γ) οι εναλλαγές στη ζωή του (δραστήρια ιεραποστολή – 4 χρόνια «φυλάκιση» ή / κατ’ οίκον περιορισμός). Οι τελευταίες ίσως δεν ήταν δική του επιλογή. Συνέδραμαν, όμως, στην διαμόρφωση του τελικού προφίλ και της «θεολογίας» του.

Κατόπιν (μετά την Αραβία) επέστρεψε στην Δαμασκό, όπου σύμφωνα με το Πράξεις 9[7], ήδη από την αρχή της παρουσίας του εκεί, κήρυττε στην Συναγωγή τον Εσταυρωμένο ως τον προσδοκώμενο ελευθερωτή Μεσσία. Και βεβαίως ένα τέτοιο κήρυγμα ήταν απειλή και για τον «ηγεμόνα» τού Αρέθα Δ’ Φιλόδημου (9 π.Χ. – 40 μ.Χ.), ηγεμόνα των Ναβαταίων – «Ισμαηλιτών» (κατά τους Ιουδαίους) ο οποίος είχε συντρίψει το 34-36 μ.Χ. και τον δολοφόνο του Βαπτιστή, Ηρώδη Αντίπα, όταν εκείνος «απέλυσε» την γυναίκα του για την Ηρωδιάδα, την κόρη του Αρέθα.  Αυτά οδήγησαν στο να μην επιστρέψει ποτέ πια ο Παύλος στη Δαμασκό: Ο ίδιος ο απόστολος των εθνών καταγράφει ως εξής το περιστατικό:«ἐν Δαμασκῷ ὁ ἐθνάρχης Ἁρέτα τοῦ βασιλέως ἐφρούρει τὴν πόλιν Δαμασκηνῶν πιάσαι με,καὶ διὰ θυρίδος ἐν σαργάνῃ ἐχαλάσθην διὰ τοῦ τείχους καὶ ἐξέφυγον τὰς χεῖρας αὐτοῦ»  (B’  Κορ. 11, 32-33). Μάλιστα στη Β’ Κορινθίους (περί το 56-57 μ.Χ.), όπου ο Παύλος σε αντίθεση προς τον Μωυσή και την φθειρόμενη λάμψη του[8], γεγονός που «αποκρυπτόταν» από το κάλυμμα, τονίζει ότι Εμείς (οι απόστολοι του Μεσσία Ιησού) με πρόσωπο «ανακεκαλυμμένο» αντικατοπτρίζουμε την δόξα – καβόδ τού Γιαχβέ (κεφ. 3), ομιλεί για άνοδό του έως τρίτου Ουρανού και την ακρόαση ρημάτων αρρήτων. Αυτή όμως η εμπειρία, η οποία συνήθως στα αποκαλυπτικά κείμενα πραγματοποιείται σε Έρημο, σύμφωνα με τον ίδιο συνέβη προ 14 ετών, και άρα στα «νηπτικά χρόνια τής Ταρσού» και όχι στην «Αραβία», στην περιοχή της Πέτρας, όπου ο Κύριος στη Μικρή Αποκάλυψη του Όρους Ελαιών (Μκ. 13) προτρέπει στους ακολούθους Του να καταφύγουν στην Περαία κατά την πολιορκία της Ιερουσαλήμ από τους Ρωμαίους 66-70 μ.Χ..

  • Το εντυπωσιακό γεγονός είναι ότι πλέον αποδεικνύεται ότι στην περιοχή τής Πέτρας, όπου μάλλον κατέφυγε ο Π. για προσωπική «ησυχία» και αναδιοργάνωση, είναι μάλλον ο γενέθλιος τόπος του Ισλάμ. Ο Καναδός ιστορικός Νταν Γκίμπσον αποκάλυψε νέα, εντυπωσιακά αρχαιολογικά στοιχεία, τα οποία αποδεικνύουν ότι η Μέκκα δεν ήταν η αρχική Ιερή Πόλη του Ισλάμ. Η Πέτρα ή αλλιώς Μπέκκα, σε αντίθεση με τη Μέκκα, ήταν ένα σημαντικό κέντρο από και ταιριάζει σε όλες τις γεωγραφικές περιγραφές των παραδοσιακών ιστοριών και του Κορανίου. Στο ντοκυμαντέρ «Where did Islam originate: Mecca or Petra (= Becca)? | the sacred city | full documentary https://www.youtube.com/watch?v=uozietUble4» τεκμηριώνει τη θέση του με τα εξής επιχειρήματα. Σε αυτό μπορεί κάποιος να εξακριβώσει και τη διασύνδεση Πέτρας – Δαμασκού – Νότια Αραβία
  • Σύμφωνα με τις πηγές, η ημισέληνος που βρέθηκε στο συγκεκριμένο σπήλαιο στην Πέτρα αποτελεί, μαζί με άλλους «όγκους θεοτήτων» (god blocks), αρχαιολογική ένδειξη ότι ο χώρος χρησιμοποιούνταν για θρησκευτική λατρεία και διαλογισμό. Σύμφωνα με τις πηγές, η Πέτρα παρουσιάζεται ως ένας ιδανικός τόπος για προσευχή, λατρεία και απομόνωση, με συγκεκριμένα γεωγραφικά και αρχαιολογικά χαρακτηριστικά που ενισχύουν αυτή την εικόνα:
    • Το Σπήλαιο της Αποκάλυψης: Ο ερευνητής Dan Gibson εντόπισε στην Πέτρα ένα σπήλαιο που ταιριάζει ακριβώς στις περιγραφές των αρχαίων ισλαμικών κειμένων για το μέρος όπου ο Μωάμεθ αποσυρόταν για να διαλογιστεί. Το σπήλαιο αυτό περιγράφεται ως το ιδανικό μέρος όπου «νέοι άνδρες θα πήγαιναν για να συλλογιστούν το νόημα της ζωής». Αρχαιολογικές Ενδείξεις Λατρείας: Μέσα σε αυτό το σπήλαιο υπάρχουν αρχαιολογικά ευρήματα, όπως διάφοροι «όγκοι θεοτήτων» (god blocks) και ένα μεγάλο σύμβολο ημισελήνου, τα οποία αποτελούν αποδείξεις ότι οι άνθρωποι περνούσαν χρόνο εκεί για θρησκευτική λατρεία και διαλογισμό.Η Ιερότητα του Χώρου (Masjid al-Haraam): Η Πέτρα ταυτίζεται με τον «Απαγορευμένο Τόπο Συγκέντρωσης» (Masjid al-Haraam), ο οποίος ήταν ένας ιερός χώρος καταφυγίου και ασφάλειας. Σε αυτή την περιοχή απαγορευόταν κάθε είδους βία, γεγονός που την καθιστούσε έναν προστατευμένο χώρο για πνευματική αναζήτηση και προσευχή. Φυσικό Περιβάλλον: Σε αντίθεση με το άγονο τοπίο της Μέκκας, η Πέτρα περιγράφεται στις πηγές ως ένας τόπος ευλογημένος με νερό, δέντρα και γρασίδι, στοιχεία που παραδοσιακά συνδέονται με την αναζήτηση γαλήνης και απομόνωσης.
    • Ο Προσανατολισμός της Προσευχής: Το γεγονός ότι για τα πρώτα εκατό χρόνια του Ισλάμ όλα τα τζαμιά παγκοσμίως ήταν στραμμένα προς την Πέτρα, υποδηλώνει ότι η πόλη αυτή ήταν το απόλυτο επίκεντρο της προσευχής για τους πρώτους μουσουλμάνους.

Σε αυτό το σημείο κρίνουμε απαραίτητο να παραθέσουμε ένα εκτεταμένο Κείμενο του Ν. T. Wright (Paulus 81-82), για την ησυχαστική πλευρά του Αποστόλου των Εθνών, ο οποίος είχε «ρίζες» στα ορεινά Γίσχαλα. (Ιερώνυμος, De Viris Illustribus  §5 < «Γκισκάλα» < «Γκους-χαλάμπ» = «παχύς σβόλος γης»): ΕΠΙΜΕΤΡΟ 1 (Ο «Ησυχαστικός» Παύλος):  Όσο περισσότερο συλλογίζομαι τι συνέβη στον Σ. στο δρόμο προς τη Δαμασκό, συνδυάζοντας (όπως πρέπει ο ιστορικός) τις κάπως επίσημες αφηγήσεις στο Βιβλίο των Πράξεων με τις σύντομες αινιγματικές αναφορές του ίδιου του Παύλου στις επιστολές του, τόσο αναρωτιέμαι εάν ο Σαύλος ασκούσε ένα είδος διαλογισμού. Ήταν κάτι που θα έπραττε κάποιος κατά τις πολλές καυτές ώρες του ταξιδιού από την Ιερουσαλήμ προς τη Δαμασκό. Σύμφωνα με τον περίφημο πίνακα του Caravaggio, ο Σαύλος ίππευε ένα άλογο, αν και ιστορικά είναι μάλλον πιθανόν να επρόκειτο για όνο. Επίσης, αυτό ίσως απηχεί την ιστορία με τον Βαλαάμ πάνω στο γαϊδουράκι του, η οποία κορυφώθηκε τη στιγμή που εκδηλώνει το ζήλο του ο Φινεές. Αναλογιζόμενοι τι ο Παύλος ο απόστολος έφθασε να αναφέρει για το περιστατικό αρκετά αργότερα, καθίσταται η απολύτως εύλογη η υπόθεση ότι εκείνος (καθ’ οδόν προς τη Δαμασκό) διαλογιζόταν πάνω στο όραμα του Ιεζεκιήλ και αναζητούσε εάν θα μπορούσε να θεωρήσει και ο ίδιος αυτό που είδε ο προφήτης. ( Βεβαίως υπολογίζω ότι ο Σαύλος ήταν για τα καλά κάτω από την ηλικία των 40, που όριζαν οι προδιαγραφές. Υποθέτω ακόμη ότι απαγόρευση ήταν ένα ύστερο κατασκεύασμα, σχεδιασμένο ακριβώς για να προφυλάξει νεαρούς χοντροκέφαλους από τον κίνδυνο). Ίσως ο Σαύλος προσευχόταν το Ἄκουε Ἰσραήλ. Το ανέπεμπε, όπως τη μονολόγιστη ευχή, επαναλαμβάνοντας με το ρυθμό της αναπνοής, με το ρυθμό που μετακινείτο το ζώο που είχε καβαλήσει. Να προσεύχεσαι και να παρατηρείς. Να παρατηρείς και να προσεύχεσαι. Να παραμείνεις πιστός στον Θεό του Ισραήλ. Να υπερασπίζεσαι τη Βασιλεία Του. Να παρατηρείς και να προσεύχεσαι. Ξεκίνα να οραματίζεσαι τα ζώα του άρματος του Ιεζεκιήλ και τις ρόδες και ίσως ανέβεις από εκεί… Τότε ο οφθαλμός του νου του διακρίνει τα τέσσερα τετράμορφα ζώα και τις ρόδες. Εστιάζει σε αυτές. Τις θεωρεί. Τις συλλογίζεται. Άραγε θα τολμήσει να πάει παραπέρα; Ανεβαίνει προς τα πάνω, προς το ίδιο το άρμα, με προσευχή και με τους παλμούς να επιταχύνονται. Άραγε ήταν  αυτό που έβλεπε η φαντασία του; Άραγε το θεωρούσε ήδη; Άραγε ήταν τα μάτια του ανοικτά ή μόνον οι οφθαλμοί της καρδιάς του ήταν ολάνοικτοι σε πραγματικότητες που φυσιολογικά παραμένουν αόρατες; Κανείς, ο οποίος ήδη είχε τέτοια εμπειρία, δεν είναι πιθανόν να δώσει μια επιστημονική απάντηση σε τέτοιο ερώτημα. Τέτοιες ερωτήσεις, όμως, σε κάθε περίπτωση εγκαταλείπονται όταν ο ουρανός και η γη συγκλίνουν. Τότε και πάλι κατευθύνεται το βλέμμα του Παύλου προς τα άνω, προς τα χαμηλότερα μέρη εκείνου, που μοιάζει να είναι η μορφή πάνω στο θρόνο, ένα είδος ανθρώπινης φιγούρας. Ο Σαύλος από την Ταρσό, με πλημμυρισμένο το νου από τις Γραφές, με την καρδιά γεμάτη ζήλο, υψώνει για άλλη μια φορά αργά τα μάτια προς τα πάνω. Τώρα με τα μάτια ολάνοικτα βλέπει. Έχει τη συνείδηση ότι είναι ξύπνιος αλλά και ότι εκεί διακρίνεται ένα ρήγμα στην πραγματικότητα, μια σχισμή στο ύφασμα του σύμπαντος και ότι τα ανοικτά μάτια του βλέπουν πράγματα τόσο επικίνδυνα ώστε αν δεν ήταν τόσο προετοιμασμένα, καθαρμένα, τόσο προσεκτικά καθοσιωμένα, ουδέποτε θα είχε τολμήσει να φτάσει τόσο μακριά. Και πάλι προς τα πάνω: από το στήθος προς το πρόσωπο. Υψώνει τα μάτια για να δει Εκείνον που έχει λατρεύσει και διακονήσει σε όλη του τη ζωή. Κι έτσι φθάνει πρόσωπο προς πρόσωπο με τον Ιησού από τη Ναζαρέτ. Το να εξηγήσει κάποιος στη γλώσσα της ψυχολογίας τι σήμαινε όλη αυτή η εμπειρία, θα ήταν σαν να προσπαθεί να κάνει αντίγραφο του καλλιτέχνη Τιτσιάνο με τις κηρομπογιές ενός παιδιού. Για να κατανοήσουμε την έκρηξη που τελικά συνέβη, χρειαζόμαστε ιστορία, θεολογία, μια δυνατή αίσθηση – κατανόηση των εσωτερικών εντάσεων του ιουδαϊκού κόσμου του 1ου αι. και των ζηλωτών που διέσπειραν την ιουδαϊκή κουλτούρα. Αυτή τη στιγμή διαλύθηκαν

Κι έτσι φθάνει πρόσωπο προς πρόσωπο με τον Ιησού από τη Ναζαρέτ. Το να εξηγήσει κάποιος στη γλώσσα της ψυχολογίας τι σήμαινε όλη αυτή η εμπειρία, θα ήταν σαν να προσπαθεί να κάνει αντίγραφο του καλλιτέχνη Τιτσιάνο με τις κηρομπογιές ενός παιδιού. Για να κατανοήσουμε την έκρηξη που τελικά συνέβη, χρειαζόμαστε ιστορία, θεολογία, μια δυνατή αίσθηση – κατανόηση των εσωτερικών εντάσεων του ιουδαϊκού κόσμου του 1ου αι. και των ζηλωτών που διέσπειραν την ιουδαϊκή κουλτούρα. Αυτή τη στιγμή διαλύθηκαν τα πιο άγρια όνειρα του.


[1] Πρβλ. E. Burton, A Critical and Exegetical Commentary on the Epistle to the Galatians, New York 1920, 55.

[2] R. Horsley & N. Silberman, The Message and the Kingdom. How Jesus and Paul Ignited a revolution and transformed the Ancient World, Minneapolis 1997, 124.

[3] Πρβλ. F. Bruce, The Epistle to the Galatians. A Commentary on the Greek Text, Exeter 1992, 96. P. Barnett, Jesus & the Rise of Early Christianity. A History of New Testament Times, Downers Grove 1999, 253-255.

[4] Η μετάφραση έγινε από εμάς.

[5] Άκου την διάλεξη του Ά. Χανιώτη: V5.2.1 Εξομολογητικές επιγραφές Ι (21΄)  https://youtu.be/WFuRiDX23xY  απομαγνητοφώνηση reghina-maria & pallina / αντιπαραβολή Mirella https://apps.mathesis.cup.gr/learning/course/course-v1:History+Hist2.3+21D/home (220 κ.ε.)  

[6] Βλ. Dr. Eli Lizorkin-Girzhel, The Allegory of Sarah and Hagar in Light of the Antioch Incident. https://drelisblog.com/the-allegory-of-sarah-and-hagar/  (ημερομ. Ανάκτησης 21.04.26).

[7] Καὶ εὐθέως ἀπέπεσαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν ὡς λεπίδες, ἀνέβλεψέν τε καὶ ἀναστὰς ἐβαπτίσθη καὶ λαβὼν τροφὴν ἐνίσχυσεν. Ἐγένετο δὲ μετὰ τῶν ἐν Δαμασκῷ μαθητῶν ἡμέρας τινὰς  καὶ εὐθέως ἐν ταῖς Συναγωγαῖς ἐκήρυσσεν τὸν Ἰησοῦν ὅτι «Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ». ἐξίσταντο δὲ πάντες οἱ ἀκούοντες καὶ ἔλεγον· «Οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ πορθήσας εἰς Ἰερουσαλὴμ τοὺς ἐπικαλουμένους τὸ ὄνομα τοῦτο, καὶ ὧδε εἰς τοῦτο ἐληλύθει ἵνα δεδεμένους αὐτοὺς ἀγάγῃ ἐπὶ τοὺς ἀρχιερεῖς». Σαῦλος δὲ μᾶλλον ἐνεδυναμοῦτο καὶ συνέχυννεν [τοὺς] Ἰουδαίους τοὺς κατοικοῦντας ἐν Δαμασκῷ συμβιβάζων ὅτι «Οὗτός ἐστιν ὁ Xριστός!». «Ὡς δὲ ἐπληροῦντο ἡμέραι ἱκαναί, συνεβουλεύσαντο οἱ Ἰουδαῖοι ἀνελεῖν αὐτόν· ἐγνώσθη δὲ τῷ Σαύλῳ ἡ ἐπιβουλὴ αὐτῶν. παρετηροῦντο δὲ καὶ τὰς πύλας ἡμέρας τε καὶ νυκτὸς ὅπως αὐτὸν ἀνέλωσιν· λαβόντες δὲ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ νυκτὸς διὰ τοῦ τείχους καθῆκαν αὐτὸν χαλάσαντες ἐν σπυρίδι[7]. 26 Παραγενόμενος δὲ εἰς Ἰερουσαλὴμ [ …] (Πρ. 9, 18-26).

[8] Βλ. Σ. Δεσπότης, β’ Κορ. 3, 18: Το ἡμεῖς ως κλείδα κατανόησης του «κατοπτριζόμενοι» και «μεταμορφούμεθα», Πρακτικά Α’ Παγκόσμιου Συνεδρίου «Απ. Παύλος και Κόρινθος», (επιμ. Σ. Δεσπότης…) Κόρινθος 2009, 505-527.